Το νέο διδακτήριο λειτούργησε σαν μαγνήτης και ο αριθμός των μαθητών αυξανόταν συνεχώς. Έτσι έγινε νέα προαγωγή του με τη μορφή ίδρυσης ενός νέου, συστεγαζόμενου, μονοτάξιου σχολείου(ΒΔ, ΦΕΚ 4-12-1936) που μετά από τέσσερα χρόνια προβιβάσθηκε σε τριτάξιο(ΒΔ, ΦΕΚ 376/9-11-1940) αλλά δεν έμελλε να λειτουργήσει λόγω της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η περιοχή παραδίδεται στους Βουλγάρους, και το σχολείο σταματά τη λειτουργία του υπό την εποπτεία του ελληνικού κράτους.
Για την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής δεν υπάρχουν γραπτές πηγές για τη λειτουργία του σχολείου παρά μόνο προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων. Κύριο μέλημα των κατακτητών ήταν η επαναλειτουργία των υπαρχόντων ελληνικών σχολείων, στελεχωμένων από Βουλγάρους εκπαιδευτικούς. Δάσκαλοι ήταν ένα αντρόγυνο Βουλγάρων. Η γυναίκα μάλιστα ήταν η αδερφή του Βουλγάρου γιατρού. Ως δάσκαλος αναφέρεται κι ένας χήρος Βούλγαρος δάσκαλος, που συνυπηρετούσε με μια νεαρή δασκάλα.
Η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, πολλοί γονείς όμως δεν έστελναν τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να δέχονται πρόστιμά ή απειλές. Γενικά, όμως, δεν ασκούσαν ιδιαίτερη βία στους γονείς που δεν έστελναν τα παιδιά τους.
Πράγματι, αρκετά παιδιά παρακολούθησαν τα μαθήματα στο «Βουλγάρικο Σχολείο», όπως ονομάστηκε από τους Έλληνες. Οι ίδιοι οι Βούλγαροι ποτέ δεν ονόμασαν έτσι το σχολείο τους. Η ονομασία που έδιναν ήταν «διδασκαλικός χώρος», «χώρος διδασκαλίας» γιατί θεωρούσαν την παρουσία τους στα μέρη αυτά ως απελευθέρωση εδαφών και όχι ως κατοχή.
Συσσίτιο δεν παρείχαν, αν και σε σχολεία γειτονικών χωριών, όπως του Γαζώρου, αναφέρεται η διανομή γάλακτος ή προγεύματος, τις περισσότερες φορές όμως σε παιδιά Βουλγάρων και όχι σε όλους τους μαθητές.
Κύριος σκοπό ήταν η εκμάθηση της βουλγαρικής γλώσσας στα παιδιά, ηλικίας κυρίως 5 – 9 ετών. Αυτό γινόταν με απαγγελία και γραφή του Πάτερ Ημών, θρησκευτικών και άλλων τραγουδιών και βουλγάρικων λέξεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ήταν μόνο η βουλγαρική. Πολλές φορές επειδή τα παιδιά δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς έλεγαν οι δάσκαλοι, χρησιμοποιούσαν ως «διερμηνείς» τους μικρούς μαθητές που έμαθαν γρήγορα τη βουλγαρική και μπορούσαν να μεταφράσουν στην ελληνική τις απλές εντολές των Βουλγάρων δασκάλων. Γενικά, όμως, υπήρχε ένα αίσθημα φόβου από τους μαθητές γιατί, τουλάχιστον στην αρχή, δεν είχαν την επικοινωνία που υπάρχει μεταξύ δασκάλου και μαθητή.
Τα μαθήματα ήταν κανονικά και διαρκούσαν τρεις με τέσσερις ώρες. Βιβλία δεν υπήρχαν. Στην καθημερινή φοίτηση μάθαιναν τα στοιχειώδη. Οι δάσκαλοι φέρονταν καλά στα παιδιά, δεν τα χτυπούσαν ούτε τα κακομεταχειρίζονταν.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν πολλά παιδιά να μάθουν τη βουλγαρική γλώσσα, να μπορούν να γράψουν, να διαβάσουν, να μιλήσουν. Όλα αυτά μέχρι την αποχώρησή τους. Άλλωστε και οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά να μιλούν την βουλγαρική.
Το σχολείο με αυτή τη μορφή λειτούργησε έτσι περίπου δύο χρόνια, ως το 1944. Αργότερα ήρθε βουλγαρικός στρατός στο σχολείο κι αυτό έκλεισε μέχρι την οριστική αποχώρησή τους, το 1945. Τα μαθήματα τότε για κάποια περίοδο γίνονταν σε κάποια αίθουσα στο χώρο της πλατείας.
Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία την περίοδο εκείνη λειτούργησε και νηπιαγωγείο, όπου στα νήπια διδάσκονταν βουλγαρικά τραγούδια και χριστιανικές προσευχές.
*Χανουμίδης Λ. Λασπάς Αν., Χατζηαγοράκης Δ., Αλαχούζου Μ, «Η εκπαίδευση στην Πεντάπολη Σερρών», Σέρρες 2010.
